δένομαι
ρήμα1. Συγκρατούμαι ή στερεώνομαι με σχοινί, κορδέλα, ιμάντα ή άλλο μέσο, ώστε να μη χωρίζομαι από κάτι ή να παραμένω στη θέση μου.
2. Αναπτύσσω στενή συναισθηματική σχέση με κάποιον, αποκτώντας οικειότητα ή συναισθηματική εξάρτηση.
Συνώνυμα
δεσμεύομαι συνδέομαι κουμπώνομαι προσκολλούμαι εξαρτώμαι παντρεύομαι κρέμομαι κολλάω εξοικειώνομαι σφίγγομαι αγκυρώνομαι εμπλέκομαι
Αντώνυμα
ξεδένομαι ξεκουμπώνομαι απελευθερώνομαι αποδεσμεύομαι αποσυνδέομαι λύνομαι αποκολλούμαι αποξενώνομαι απεξαρτώμαι απεμπλέκομαι ελευθερώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Πριν τρέξω, δένομαι τα κορδόνια μου.
- Πριν ξεκινήσουμε, δένομαι με τη ζώνη ασφαλείας.
- Με τα χρόνια δένομαι όλο και περισσότερο με τους φίλους μου.
- Δεν δένομαι σε συμφωνίες χωρίς να τις διαβάσω προσεκτικά.
- Κατά την ανάβαση, δένομαι με τον ιμάντα ασφαλείας στο σημείο πρόσδεσης.