γλύκα
ουσιαστικό1. Ευχάριστη γεύση που προσδίδεται σε τροφές ή ουσίες από σάκχαρα ή άλλα γλυκαντικά, αντιλαμβανόμενη από τις γευστικές αισθήσεις.
2. Ιδιότητα ή αίσθηση ευχαρίστησης και τέρψης που προκαλείται από εμπειρίες, αντικείμενα ή συμπεριφορές.
Συνώνυμα
γλυκύτητα γλυκασμός μέλι τρυφερότητα μαλακότητα γοητεία στοργή χάρη καλοσύνη νοστιμιά ηδονή ευχαρίστηση ομορφιά απόλαυση ικανοποίηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γλύκα του μελιού μου θύμισε τα παιδικά καλοκαίρια.
- Μου μίλησε με γλύκα και αμέσως χαλάρωσα.
- Η γλύκα της νίκης κράτησε μόνο λίγες στιγμές.
- Η γλύκα στη φωνή της έκανε τη συζήτηση πιο ζεστή.
- Ο καφές είχε λίγη γλύκα, οπότε πρόσθεσα νερό.