γιατρεύω
ρήμα1. Εκτελώ ιατρικές ή θεραπευτικές ενέργειες και παρεμβάσεις με σκοπό την αποκατάσταση της υγείας ή της φυσιολογικής λειτουργίας προσώπου ή οργάνου μετά από ασθένεια ή τραυματισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως γιατρός, γιατρεύω τους ασθενείς που έρχονται στην κλινική.
- Με ξεκούραση και καθαρό αέρα γιατρεύω τα επώδυνα τραύματα πιο γρήγορα.
- Μιλώντας με φίλους, γιατρεύω αργά τις ψυχικές μου πληγές.
- Με υπομονή και εργασία γιατρεύω τα παλιά έπιπλα και τα ξανακάνω σαν καινούρια.
- Με τον καιρό γιατρεύω τις αναμνήσεις που με πλήγωσαν.