γέμισμα
ουσιαστικό1. Υλικό ή μίγμα που τοποθετείται μέσα σε κενό ή θήκη για να την γεμίσει ή να προσδώσει γεύση, όγκο ή λειτουργία, όπως σε τρόφιμα, ρούχα ή αντικείμενα.
Συνώνυμα
γέμιση πλήρωση συμπλήρωση πλήρωμα φόρτωση φόρτιση αναπλήρωση επαναγέμισμα φόρτωμα πληρότητα σφράγισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γέμισμα της πίτας ήταν από τυρί και σπανάκι.
- Έκανε το γέμισμα του ρεζερβουάρ πριν ξεκινήσει το ταξίδι.
- Ο οδοντίατρος έβαλε ένα γέμισμα στο χαλασμένο δόντι.
- Το γέμισμα της τρύπας στον τοίχο έγινε με στόκο και λείανση.
- Το γέμισμα των δοχείων μελανιού πρέπει να γίνεται προσεκτικά.