βυθός
ουσιαστικό1. Η επιφάνεια και το στρώμα εδάφους που βρίσκεται κάτω από το νερό σε θάλασσα, λίμνη ή ποταμό.
2. Το κατώτατο σημείο ή η κάτω εσωτερική επιφάνεια ενός δοχείου, αγγείου ή χωρικού διαμερίσματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βυθός της θάλασσας ήταν γεμάτος κοραλλιογενείς σχηματισμούς.
- Οι δύτες εξερεύνησαν τον βυθό του κόλπου.
- Από τον βυθό της ψυχής του ανέβηκαν αναμνήσεις που νόμιζε ότι είχε λησμονήσει.
- Τα παλιά μυστικά έπεσαν στον βυθό της λήθης.
- Σε πολλές λίμνες οι βυθοί είναι καλυμμένοι με παχιά ιζήματα.