βρωμερός
επίθετο1. Που εκπέμπει έντονη και δυσάρεστη οσμή, η οποία προκαλεί αρνητική αίσθηση ή αποστροφή.
2. Που στερείται καθαριότητας ή φροντίδας, εμφανίζοντας λεκέδες, ακαθαρσίες ή στοιχεία αποσύνθεσης.
Συνώνυμα
δύσοσμος δυσώδης ακάθαρτος βρώμικος σάπιος σαπισμένος μουχλιασμένος άθλιος αποκρουστικός βδελυρός σιχαρός δυσάρεστος σαπίλας αηδιαστικός απεχθής αισχρός αποτροπιαστικός
Αντώνυμα
άοσμος ευωδιαστός μυρωδάτος αρωματικός ευώδης εύοσμος αρωματισμένος καθαρός φρέσκος δροσερός πεντακάθαρος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βρωμερός κάδος γέμισε με αποφάγια.
- Η βρωμερή τουαλέτα στον σταθμό είναι απαίσια.
- Το βρωμερό ψάρι πρέπει να πεταχτεί αμέσως.
- Η τσάντα μύριζε από τα βρωμερά ρούχα.
- Έκανε βρωμερές συμφωνίες με πολιτικούς και επιχειρηματίες.
- Είναι βρωμερός άνθρωπος λόγω των πράξεών του.