βλασφημία

ουσιαστικό

1. Έννοια που αναφέρεται σε λόγο, λέξη ή πράξη που εκφράζει ασέβεια, προσβολή ή περιφρόνηση προς θεότητα, θρησκευτικά σύμβολα, ιερά πρόσωπα ή δόγματα.

Συνώνυμα

βλασφήμημα ιεροσυλία ασέβεια υβρισμός εξύβριση βωμολοχία βρισιά βρισίδι κατάρα λοιδορία κακολογία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η βλασφημία θεωρείται προσβλητική σε πολλές θρησκείες.
  • Άκουσε μια βαριά βλασφημία και γύρισε το κεφάλι του.
  • Στο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη ως βλασφημία απέναντι στο ιερό.
  • Για εκείνον, η καταστροφή του μνημείου ήταν πραγματική βλασφημία.
  • Το έργο κατηγορήθηκε για βλασφημίες εναντίον της πίστης.