βιδώνω
ρήμα1. Στερεώνω κάτι με βίδα, περιστρέφοντάς την ώστε να μπει ή να σφίξει στο υλικό.
2. Εφαρμόζω σπείρωμα ή δημιουργώ σύνδεση με τρόπο που να επιτρέπει το βίδωμα.
3. Ασφαλίζω ή προσαρμόζω ένα αντικείμενο με σφιχτή περιστροφική κίνηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζομαι κατσαβίδι για να βιδώνω τη βίδα στον τοίχο.
- Ο τεχνίτης βιδώνει τα πόδια του τραπεζιού.
- Μην βιδώνεις πολύ δυνατά το καπάκι, γιατί θα σπάσει.
- Η πίεση της δουλειάς με βιδώνει τελευταία.
- Με την κίνηση, η βίδα έχει αρχίσει να βιδώνει καλύτερα.