βαριά
επίθετο1. Που έχει μεγάλο βάρος ή μάζα σε σχέση με το συνηθισμένο ή με κάτι άλλο.
2. Που είναι δύσκολο να μετακινηθεί, να σηκωθεί ή να χειριστεί λόγω του βάρους του.
3. Που επιφέρει έντονο σωματικό ή ψυχικό βάρος, προκαλεί δυσφορία, κόπωση ή θλίψη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τραπέζι είναι βαριά και δεν μετακινείται εύκολα.
- Ένιωθε βαριά μετά το φαγητό.
- Η κατάσταση είναι βαριά και χρειάζεται προσοχή.
- Ο αέρας ήταν βαριά φορτωμένος με υγρασία.
- Η πόρτα έκλεισε βαριά πίσω της.