αστυφύλακας

ουσιαστικό

1. Άτομο που υπηρετεί στο αστυνομικό σώμα και έχει καθήκοντα προστασίας της δημόσιας ασφάλειας, τήρησης της τάξης, πρόληψης και διερεύνησης εγκλημάτων και παροχής βοήθειας στο κοινό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αστυφύλακας έφτασε πρώτος στο σημείο του ατυχήματος.
  • Η κόρη του θέλει να γίνει αστυφύλακας όταν μεγαλώσει.
  • Οι αστυφύλακες περιπολούσαν στο κέντρο της πόλης όλη τη νύχτα.
  • Κάλεσε τον αστυφύλακα επειδή υπήρχε φασαρία στην είσοδο.
  • Αστυφύλακα, μπορείτε να με βοηθήσετε;