αστέρας
ουσιαστικό1. Φωτεινό, αυτοφωτιζόμενο σώμα από πλάσμα στον χώρο που εκπέμπει ενέργεια λόγω πυρηνικών αντιδράσεων στο εσωτερικό του και αποτελεί βασικό στοιχείο των γαλαξιών.
Συνώνυμα
αστέρι άστρο σταρ σούπερσταρ διασημότητα είδωλο πρωταγωνιστής ντίβα θρύλος φιγούρα φωστήρας ήρωας ηθοποιός αθλητής σταρλετ προσωπικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στον ουρανό φαίνεται ένας φωτεινός αστέρας.
- Ο αστέρας του κινηματογράφου παρέλαβε το βραβείο.
- Ο αστέρας της ομάδας σκόραρε στο τελευταίο λεπτό του αγώνα.
- Η παράσταση είχε έναν πρωταγωνιστή που ήταν αληθινός αστέρας.
- Τη νύχτα οι αστέρες στο βουνό έκαναν τη θέα μαγική.