αρραβωνιαστικός
επίθετοΠου αφορά ή σχετίζεται με τον αρραβώνα, δηλαδή την τελετή ή την κατάσταση δεσμευτικής υπόσχεσης γάμου μεταξύ δύο προσώπων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αρραβωνιαστικός της περίμενε στην είσοδο με ένα μπουκέτο λουλούδια.
- Ο αρραβωνιαστικός δακτύλιος είχε σκαλισμένα τα αρχικά τους.
- Ο αρραβωνιαστικός εμφανίστηκε στην τελετή φορώντας το παλτό του πατέρα του.
- Ο αρραβωνιαστικός χορός έγινε στο παλιό δημαρχείο και κράτησε μέχρι αργά.
- Στην οικογενειακή συνάντηση, ο αρραβωνιαστικός ήταν στο κέντρο της προσοχής.