άγαμος

επίθετο

Που δεν έχει παντρευτεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι άγαμος και ζει μόνος του.
  • Η Μαρία δήλωσε ότι είναι άγαμη.
  • Στο δημοτολόγιο αναφέρεται ως άγαμος.
  • Το ζευγάρι ήταν και οι δύο άγαμοι όταν γνωρίστηκαν.
  • Η φίλη μου παραμένει άγαμη, αν και δεν την απασχολεί ιδιαίτερα.