απότομα

επίρρημα

1. Με τρόπο ξαφνικό και γρήγορο, χωρίς προειδοποίηση ή σταδιακή προετοιμασία.

2. Με έντονη και απότομη κλίση ή μεταβολή σε χώρο, μέγεθος ή βαθμό.

3. Με τρόπο σύντομο και κοφτό στον τόνο ή στη συμπεριφορά, δείχνοντας έλλειψη απαλότητας ή ευγένειας.

Συνώνυμα

ξαφνικά ξάφνου αιφνιδίως αιφνίδια αιφνιδιαστικά κοφτά κόφτως ξαφνικώς αιφνηδίως βίαια κατακόρυφα ακαριαία απροσδόκητα αναπάντεχα ραγδαία απρόσμενα δραματικά τρανταχτά σπασμωδικά αυθόρμητα έντονα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα μπροστά στο φανάρι.
  • Ο καιρός άλλαξε απότομα και άρχισε να βρέχει.
  • Το μονοπάτι κατηφορίζει απότομα προς το φαράγγι.
  • Μου μίλησε απότομα και έφυγε.
  • Οι τιμές έπεσαν απότομα μετά την ανακοίνωση.