απόπειρα
ουσιαστικό1. Προσπάθεια ή ενέργεια που καταβάλλεται με σκοπό την πραγματοποίηση ή επίτευξη κάποιου στόχου, ανεξαρτήτως αν θα φέρει αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε μια απόπειρα να λύσει το μαθηματικό πρόβλημα, αλλά απέτυχε.
- Η απόπειρα δολοφονίας αποκαλύφθηκε πριν προχωρήσει.
- Ο ασθενής διασώθηκε μετά από απόπειρα αυτοκτονίας.
- Η πρώτη του απόπειρα στη ζωγραφική ήταν υποσχόμενη.
- Η κυβέρνηση έκανε μια απόπειρα βελτίωσης της οικονομίας, χωρίς αποτέλεσμα.