απρόσκοπτος
επίθετο1. Που δεν εμποδίζεται από εμπόδια, παρεμβολές ή κωλύματα.
2. Που εκτελείται ή εξελίσσεται χωρίς διακοπή ή καθυστέρηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εμποδισμένος παρεμποδισμένος αποκλεισμένος φραγμένος μπλοκαρισμένος διακοπτόμενος εμποδιστικός κολλημένος καθυστερημένος αναχαιτισμένος προβληματικός δεσμευμένος δυσχερής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διάδρομος παρέμεινε απρόσκοπτος για την κυκλοφορία των πεζών.
- Η λειτουργία του δικτύου ήταν απρόσκοπτη όλη τη νύχτα.
- Το backup εξασφάλισε ότι τα δεδομένα μεταφέρθηκαν απρόσκοπτα.
- Η ομάδα εργάστηκε με απρόσκοπτη συνεργασία έως την ολοκλήρωση του έργου.
- Οι μεταφορές των προϊόντων έγιναν απρόσκοπτες παρά τις καθυστερήσεις.
- Το συνέδριο συνεχίστηκε απρόσκοπτα, χωρίς τεχνικά προβλήματα.