απρογραμμάτιστος
επίθετοΠου δεν έχει οργανωθεί ή προγραμματιστεί από πριν, αλλά προκύπτει ή γίνεται χωρίς προκαθορισμένο σχέδιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ραντεβού ακυρώθηκε λόγω ενός απρογραμμάτιστου τεχνικού προβλήματος.
- Κάναμε μια απρογραμμάτιστη στάση για καφέ στον δρόμο.
- Η επισκευή του αυτοκινήτου ήταν απρογραμμάτιστη και μας καθυστέρησε.
- Λόγω απρογραμμάτιστων υποχρεώσεων, δεν θα μπορέσω να έρθω.
- Η ομάδα αντιμετώπισε μια σειρά από απρογραμμάτιστες αλλαγές στο πρόγραμμα.