απολογούμαι
ρήμα1. Εκφράζω μετάνοια ή ζητώ συγγνώμη για κάποια πράξη, παράλειψη ή προσβολή.
2. Δίνω εξηγήσεις ή υπερασπίζομαι τις ενέργειές μου απέναντι σε κατηγορίες, κριτική ή αμφισβήτηση.
Συνώνυμα
δικαιολογούμαι υπερασπίζομαι εξηγούμαι καταθέτω παραδέχομαι ομολογώ εξομολογούμαι εξιλεώνομαι μετανιώνω μετανοώ ευθύνομαι απαντώ απαντάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σας απολογούμαι που άργησα στη συνάντηση.
- Συχνά απολογούμαι όταν κάνω λάθος απέναντι στους φίλους μου.
- Δεν απολογούμαι για τις επιλογές που πήρα στη ζωή μου.
- Όταν με κατηγορούν άδικα, απολογούμαι εξηγώντας τα γεγονότα και τις προθέσεις μου.
- Σε δημόσιες καταστάσεις μπορεί να χρειαστεί να απολογούμαι για τις πράξεις μου.