αποκρίνομαι
ρήμα1. Εκφράζω με λόγια, γραπτό ή πράξη μια αντίδραση σε ερώτηση, αίτημα ή μήνυμα.
2. Αντιδρώ σε εξωτερικό ή εσωτερικό ερέθισμα με συμπεριφορά, συναισθηματική ή φυσιολογική μεταβολή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ αποκρίνομαι άμεσα σε όλα τα επείγοντα μηνύματα.
- Στην κριτική του άρθρου αποκρίνομαι με ψυχραιμία και επιχειρήματα.
- Προσπαθώ να αποκρίνομαι με ειλικρίνεια όταν με ρωτούν για τα λάθη μου.
- Όταν νιώθω αδικημένος, αποκρίνομαι πιο σκληρά, αλλά με μέτρο.
- Θα αποκρίνομαι στους συμμετέχοντες μετά το τέλος της συνάντησης.