αποθαρρύνομαι
ρήμα1. Χάνω το θάρρος ή το κίνητρο να συνεχίσω μια προσπάθεια εξαιτίας απογοητεύσεων, δυσκολιών ή αρνητικών αντιδράσεων.
2. Υποχωρώ ή αποφεύγω να αναλάβω δράση λόγω φόβου, αμφιβολιών ή έλλειψης υποστήριξης.
Συνώνυμα
απογοητεύομαι πτοούμαι απελπίζομαι απαισιοδοξώ δειλιάζω σβήνομαι κλονίζομαι υποχωρώ οπισθοχωρώ τρομάζω καταθλίβομαι
Αντώνυμα
ενθαρρύνομαι εμψυχώνομαι αναθαρρεύω αισιοδοξώ ενθουσιάζομαι ελπίζω δυναμώνω παροτρύνομαι ονειρεύομαι σαγηνεύομαι παθιάζομαι συναρπάζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν αποθαρρύνομαι εύκολα.
- Μετά την απόρριψη της αίτησής μου, αποθαρρύνομαι για λίγες μέρες.
- Από τα συνεχή αρνητικά σχόλια αποθαρρύνομαι και σκέφτομαι να σταματήσω.
- Κάποιες φορές αποθαρρύνομαι ακόμη και όταν βλέπω μικρή πρόοδο.
- Λόγω της αβεβαιότητας για το μέλλον, αποθαρρύνομαι όταν σκέφτομαι μεγάλες αλλαγές.