αποεπένδυση
ουσιαστικόΗ μείωση ή η απόσυρση κεφαλαίων, επενδύσεων ή περιουσιακών στοιχείων από μια επιχείρηση, κλάδο, χώρα ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποεπένδυση σε μια ζημιογόνα μονάδα αποφασίστηκε για να περιοριστούν οι απώλειες.
- Η εταιρεία προχώρησε σε αποεπένδυση από τον κλάδο των ακινήτων.
- Η αποεπένδυση από την αγορά της Ασίας ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγους μήνες.
- Η κυβέρνηση συζητά την αποεπένδυση κρατικών συμμετοχών σε μη στρατηγικούς τομείς.
- Μετά την αποεπένδυση, το χαρτοφυλάκιο της εταιρείας έγινε πιο ευέλικτο.