απογίνομαι

ρήμα

Καταλήγω να γίνω ή να βρεθώ σε συγκεκριμένη κατάσταση ή ιδιότητα ως αποτέλεσμα εξέλιξης ή περιστάσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά από πολύωρη δουλειά απογίνομαι πολύ κουρασμένος.
  • Όταν θυμάμαι τα παλιά, απογίνομαι κάπως νοσταλγικός.
  • Φοβάμαι μήπως χωρίς φίλους απογίνομαι εντελώς μόνος.
  • Στις μεγάλες ομάδες απογίνομαι συνήθως σιωπηλός.
  • Αναρωτιέμαι συχνά τι απογίνομαι αν αλλάξουν όλα στην πόλη.