απογίνομαι
ρήμαΚαταλήγω να γίνω ή να βρεθώ σε συγκεκριμένη κατάσταση ή ιδιότητα ως αποτέλεσμα εξέλιξης ή περιστάσεων.
Συνώνυμα
γίνομαι γίνω καταλήγω αποβαίνω καταντάω μετατρέπομαι μεταμορφώνομαι μετασχηματίζομαι εξελίσσομαι μεταβάλλομαι υφίσταμαι αλλάζω σχηματίζομαι διαμορφώνομαι εκβαίνω εκφυλίζομαι παραμορφώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από πολύωρη δουλειά απογίνομαι πολύ κουρασμένος.
- Όταν θυμάμαι τα παλιά, απογίνομαι κάπως νοσταλγικός.
- Φοβάμαι μήπως χωρίς φίλους απογίνομαι εντελώς μόνος.
- Στις μεγάλες ομάδες απογίνομαι συνήθως σιωπηλός.
- Αναρωτιέμαι συχνά τι απογίνομαι αν αλλάξουν όλα στην πόλη.