απλώνω
ρήμα1. Εκτείνω ένα αντικείμενο ή μέρος του, ώστε να αυξηθεί η έκτασή του ή να γίνει πιο πλατύ/μακρύ με τράβηγμα ή άνοιγμα.
2. Τοποθετώ ή κατανέμω υλικό πάνω σε μια επιφάνεια, καλύπτοντάς την με λεπτό στρώμα του υλικού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
διπλώνω μαζεύω συγκεντρώνω τυλίγω συρρικνώνω συστέλλω περιορίζω στριμώχνω τσακίζω συρρικνώνομαι καταπνίγω αφαιρώ συμμαζεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα απλώνω τα ρούχα στον κήπο.
- Κάθε πρωί απλώνω βούτυρο και μαρμελάδα στο ψωμί.
- Όταν χρειάζομαι κάτι από το ράφι, απλώνω το χέρι μου.
- Στην παραλία απλώνω την πετσέτα για να ξαπλώσω.
- Στην αλιεία απλώνω το δίχτυ στη θάλασσα.