απεριόριστος
επίθετο1. Που δεν έχει όρια ή σύνορα ως προς το μέγεθος, την έκταση, την ποσότητα ή τον βαθμό.
2. Που ισχύει ή λειτουργεί χωρίς όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις.
3. Που δεν έχει καθορισμένη ή πεπερασμένη διάρκεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
περιορισμένος πεπερασμένος ορισμένος συγκεκριμένος καθορισμένος περατός περιοριστικός μετρημένος σφιχτός
Παραδείγματα χρήσης
- Το συμβόλαιο περιλαμβάνει απεριόριστα δεδομένα κινητής τηλεφωνίας.
- Έχεις απεριόριστο χρόνο να υποβάλεις την αίτηση.
- Υπάρχει απεριόριστος αριθμός πιθανών συνδυασμών.
- Η απεριόριστη πρόσβαση στη βάση δεδομένων διευκόλυνε την έρευνα.
- Οι δυνατότητες με αυτό το εργαλείο είναι απεριόριστες.
- Ένιωσε απεριόριστο θαυμασμό για το κατόρθωμά της.