απεργία
ουσιαστικό1. Συνειδητή, συντονισμένη και προσωρινή αποχή από την εργασία από ομάδα εργαζομένων με στόχο την άσκηση πίεσης για βελτίωση όρων εργασίας, αμοιβών ή για πολιτικά και κοινωνικά αιτήματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι εργαζόμενοι κήρυξαν απεργία για να διεκδικήσουν καλύτερους μισθούς.
- Ο κρατούμενος ξεκίνησε απεργία πείνας ως μορφή διαμαρτυρίας.
- Η απεργία στα μέσα μεταφοράς παρέλυσε την πόλη.
- Μετά τη γενική απεργία, η κυβέρνηση συμφώνησε σε διαπραγματεύσεις.
- Η απεργία προκάλεσε καθυστέρηση στην παράδοση των αγαθών.
- Η απεργία της γραφής τον άφησε χωρίς ιδέες για εβδομάδες.