απασχολημένος

επίθετο

1. Που ασχολείται ενεργά με εργασίες, καθήκοντα ή δραστηριότητες και δεν έχει διαθέσιμο χρόνο για άλλα πράγματα.

2. Που επιτελεί επαγγελματικά ή υπηρεσιακά καθήκοντα τα οποία απαιτούν την προσοχή και τη συμμετοχή του.

Συνώνυμα

ασχολημένος απασχολούμενος κατειλημμένος δεσμευμένος φορτωμένος επιφορτισμένος επιβαρυμένος υπερφορτωμένος ενασχολημένος βεβαρυμμένος πιασμένος αποσπασμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είμαι απασχολημένος σήμερα και δεν μπορώ να βγω.
  • Η Μαρία είναι απασχολημένη με το νέο πρότζεκτ.
  • Οι γονείς ήταν απασχολημένοι όλο το σαββατοκύριακο.
  • Το τηλέφωνο είναι απασχολημένο, δοκίμασε ξανά αργότερα.
  • Το πρόβλημα τον έκανε απασχολημένο για μέρες.
  • Είναι απασχολημένος στην εταιρεία ως μηχανικός.