απαρατήρητα
επίρρημαΜε τρόπο που δεν γίνεται αντιληπτός ή δεν τραβά την προσοχή, χωρίς να γίνει παρατήρηση από άλλους.
Συνώνυμα
αθέατα αόρατα ανεπαίσθητα αφανώς αθόρυβα σιωπηλά κρυφά μυστικά διακριτικά λανθάνοντα λαθραία ύπουλα παρασκηνιακά
Αντώνυμα
φανερά εμφανώς αντιληπτά καταφανώς θεαματικά ορατά προφανώς σαφώς ξεκάθαρα δημόσια εκπληκτικά ηχηρά εντυπωσιακά
Παραδείγματα χρήσης
- Μπήκε στην αίθουσα απαρατήρητα.
- Τα μικρά σφάλματα πέρασαν απαρατήρητα κατά τη διόρθωση.
- Τα λάθη στο κείμενο έμειναν απαρατήρητα από τον επιμελητή.
- Τα νέα στοιχεία στη δικογραφία δεν έμειναν απαρατήρητα.
- Τα προβλήματα αντιμετωπίστηκαν νωρίς, ώστε να μην περάσουν απαρατήρητα.
- Τα σημάδια της φθοράς παρέμειναν απαρατήρητα για χρόνια.