αντίτυπο
ουσιαστικό1. Ένα από τα αντίστοιχα εκδοθέντα ή αναπαραχθέντα τεμάχια ενός έργου, εντύπου ή αντικειμένου, που υπάρχουν περισσότερα από ένα ίδια ή παρόμοια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγόρασα το πρώτο αντίτυπο του βιβλίου μόλις κυκλοφόρησε.
- Μπορείς να μου δώσεις ένα αντίτυπο του συμβολαίου;
- Στη βιβλιοθήκη υπάρχει μόνο ένα αντίτυπο από αυτό το περιοδικό.
- Το καινούριο αντίτυπο του καταλόγου έχει ήδη σταλεί στους πελάτες.
- Ο εκδότης έστειλε δέκα αντίτυπα του βιβλίου στα βιβλιοπωλεία.