ανιψιά
ουσιαστικόΘηλυκό παιδί που προέρχεται από τον αδελφό ή την αδελφή ενός ατόμου, περιλαμβάνοντας επίσης την περίπτωση κόρης του αδελφού ή της αδελφής του/της συζύγου (συγγένεια εξ αγχιστείας).
Συνώνυμα
ανηψιά ανιψούλα ανηψούλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανιψιά μου ήρθε σήμερα για διακοπές.
- Φρόντισα την ανιψιά όταν ήταν άρρωστη.
- Η ανιψιά του είναι μόλις έξι ετών.
- Πήγαμε στο πάρκο με την ανιψιά.
- Έλα εδώ, ανιψιά μου!