ανθυπασπιστής
ουσιαστικόΣτελεχός των Ενόπλων Δυνάμεων με συγκεκριμένο βαθμό στην ιεραρχία, ο οποίος εκτελεί διοικητικές, επιτελικές ή ειδικές τεχνικές αρμοδιότητες και ασκεί εποπτεία και καθοδήγηση προσωπικού, λειτουργώντας ενδιάμεσα μεταξύ υπαξιωματικών και αξιωματικών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αξιωματικός στρατιώτης κληρωτός εφέδρος ανθυπολοχαγός υπολοχαγός λοχαγός ταγματάρχης συνταγματάρχης στρατηγός σημαιοφόρος ανθυπλοίαρχος υποπλοίαρχος πλωτάρχης σμήναρχος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ανθυπασπιστής υπηρέτησε στο πεζικό για είκοσι χρόνια.
- Τον ανθυπασπιστή κάλεσαν στο γραφείο του διοικητή.
- Ο νέος ανθυπασπιστής απέδειξε τα ηγετικά του προσόντα στην άσκηση.
- Στην έκθεση αναφέρεται ο ρόλος του ανθυπασπιστή ως συνδέσμου μεταξύ αξιωματικών και στρατιωτών.
- Ως ανθυπασπιστής, είχε την ευθύνη της εκπαίδευσης των νεοσυλλέκτων.