ανησυχητικός
επίθετο1. Που προκαλεί ανησυχία, αναστάτωση ή φόβο λόγω πιθανής απειλής, κινδύνου ή δυσμενούς εξέλιξης.
2. Που υποδηλώνει ή φανερώνει ότι κάτι δεν είναι φυσιολογικό ή είναι επιζήμιο και απαιτεί προσοχή.
Συνώνυμα
ανησυχαστικός δυσοίωνος απειλητικός επικίνδυνος σοβαρός αποθαρρυντικός αγχώδης προβληματικός ενοχλητικός τρομακτικός ανατριχιαστικός σκοτεινός ύποπτος τρομαχτικός
Αντώνυμα
καθησυχαστικός παραμυθητικός ασφαλής αβλαβής ανώδυνος ηρεμιστικός χαλαρωτικός ελπιδοφόρος ήσυχος ασήμαντος αμελητέος
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανησυχητική αύξηση των κρουσμάτων απαιτεί άμεση δράση.
- Η συμπεριφορά του παιδιού ήταν ανησυχητική για τους γονείς.
- Ο ήχος από τον κινητήρα ακούστηκε ανησυχητικός.
- Οι τελευταίες αναφορές είναι ανησυχητικές.
- Το χρώμα της πληγής ήταν ανησυχητικό και έπρεπε να το δει ο γιατρός.
- Τα στατιστικά δείχνουν ανησυχητικά υψηλά ποσοστά.