αναπληρωτής

ουσιαστικό

Άτομο που αντικαθιστά προσωρινά άλλο σε καθήκοντα, θέση ή ρόλο, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες και τις αρμοδιότητές του.

Συνώνυμα

αντικαταστάτης υποκαταστάτης αναπληρωματικός προσωρινός διάδοχος εφεδρικός μπαλαντέρ έκτακτος επικουρικός συμπληρωματικός υποδιευθυντής υποδιοικητής αντιπρόεδρος αντιπρόσωπος δεύτερος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αναπληρωτής καθηγητής ανέλαβε το μάθημα όσο έλειπε ο μόνιμος.
  • Η αναπληρώτρια διευθύντρια υπέγραψε τα έγγραφα της εταιρείας.
  • Ο δήμαρχος όρισε νέο αναπληρωτή για τις κρίσιμες αποφάσεις.
  • Η αναπληρώτρια υπουργός συμμετείχε στη συνάντηση με τους φορείς.
  • Ως αναπληρωτής εκπρόσωπος, μίλησε στη θέση του προϊσταμένου του.