αναντιστοιχία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα στοιχεία, χαρακτηριστικά ή καταστάσεις δεν ταιριάζουν ή δεν συμφωνούν μεταξύ τους ως προς μορφή, περιεχόμενο, μέγεθος ή λειτουργία, με αποτέλεσμα έλλειψη συνέπειας ή συνάφειας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπήρχε αναντιστοιχία μεταξύ των δεδομένων και των αποτελεσμάτων.
  • Η αναντιστοιχία των οδηγιών προκάλεσε σύγχυση στους εργαζόμενους.
  • Προέκυψε αναντιστοιχία ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις του πολιτικού.
  • Στο σύστημα εμφανίστηκε αναντιστοιχία στο αναγνωριστικό του χρήστη.
  • Η αναντιστοιχία ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα δημιούργησε απογοήτευση.