αναμφισβήτητα
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, δηλώνοντας βεβαιότητα για μια πληροφορία, κρίση ή γεγονός.
2. Χρησιμοποιείται για να τονίσει την ευρεία ή σχεδόν οικουμενική αποδοχή μιας δήλωσης.
Συνώνυμα
αδιαμφισβήτητα αναντίρρητα βεβαιότατα ασφαλώς αναμφίβολα σίγουρα βεβαίως οπωσδήποτε προφανώς απολύτως βέβαια σαφέστατα πράγματι εννοείται σαφώς αποδεδειγμένα επιβεβαιωμένα διαπιστωμένα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόφαση ήταν αναμφισβήτητα σωστή.
- Ο Γιώργος αναμφισβήτητα θα έρθει στο πάρτι.
- Το έργο αυτό είναι, αναμφισβήτητα, πολύ σημαντικό για την κοινότητα.
- Η Μαρία είναι αναμφισβήτητα καλύτερη στον προγραμματισμό από ό,τι πριν.
- Οι καιροί είναι δύσκολοι, αλλά αναμφισβήτητα υπάρχουν ευκαιρίες για όποιον προσπαθεί.