αναλογίζομαι

ρήμα

1. Διεξάγω νοερή διαδικασία εξέτασης ιδεών, γεγονότων ή καταστάσεων με προσοχή και βάθος, σταθμίζοντας λόγους, συνέπειες και πιθανές ερμηνείες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε βράδυ αναλογίζομαι τις αποφάσεις που πήρα μέσα στην ημέρα.
  • Πριν απαντήσω, πάντα αναλογίζομαι τις συνέπειες των λόγων μου.
  • Όταν αναλογίζομαι την προσπάθεια που κάναμε, νιώθω περηφάνια.
  • Συχνά αναλογίζομαι πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος.
  • Στην κρίσιμη στιγμή, αναλογίζομαι και τη θέση των άλλων πριν πάρω απόφαση.