ανακηρύσσω
ρήμα1. Κάνω δημόσια και επίσημη ανακοίνωση που αποδίδει σε κάποιον τίτλο, αξίωμα ή τιμητική θέση, συχνά μέσα από τελετή.
Συνώνυμα
κηρύσσω διακηρύσσω αναγορεύω ονομάζω κατακυρώνω επισημοποιώ καθιστώ ορίζω δηλώνω ανακοινώνω εξαγγέλλω δημοσιοποιώ δημοσιεύω στέφω ξαναλέω διορίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα, ως πρόεδρος της επιτροπής, ανακηρύσσω τον νικητή του διαγωνισμού.
- Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, ανακηρύσσω την ανεξαρτησία της περιοχής.
- Σε τελετή, ανακηρύσσω την ομάδα νικήτρια του πρωταθλήματος.
- Με αυτό το διάταγμα, ανακηρύσσω τον χώρο ως ιστορικό μνημείο.
- Μετά την ψηφοφορία, ανακηρύσσω επίσημα τον νέο δήμαρχο.