ανέφικτος

επίθετο

1. Που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ή να επιτευχθεί λόγω πρακτικών, φυσικών ή αντικειμενικών περιορισμών.

2. Που, αν και επιθυμητό ή σχεδιασμένο, δεν μπορεί να υλοποιηθεί με τα διαθέσιμα μέσα, τον χρόνο ή την οργάνωση.

Συνώνυμα

ακατόρθωτος άπιαστος αδύνατος απρόσιτος απραγματοποίητος απροσπέλαστος ουτοπικός ανεκπλήρωτος ανεφάρμοστος

Αντώνυμα

εφικτός πραγματοποιήσιμος επιτεύξιμος κατορθωτός ρεαλιστικός εφαρμόσιμος προσιτός προσεγγίσιμος προσβάσιμος πρακτική απτός

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο στόχος φάνηκε ανέφικτος μέσα στον περιορισμένο χρόνο.
  • Η μετάβαση στο απομακρυσμένο χωριό ήταν ανέφικτη κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
  • Το έργο θεωρήθηκε ανέφικτο χωρίς πρόσθετους πόρους.
  • Οι όροι του διαγωνισμού έκαναν τις προσφορές ανέφικτες για τις μικρές εταιρείες.
  • Οι στόχοι έγιναν ανέφικτοι μετά τις αλλαγές στην πολιτική.