ανάλογα

επίρρημα

1. Με τρόπο που διατηρεί αναλογία ή σχέση μεταξύ ποσοτήτων, μεγεθών ή καταστάσεων.

2. Κατά τρόπο προσαρμοσμένο στις εκάστοτε συνθήκες ή απαιτήσεις, με βάση το σχετικό μέτρο.

Συνώνυμα

αναλόγως αναλογικά αντίστοιχα αντιστοίχως παρόμοια ομοίως σχετικώς συναφώς συνεπώς κατάλληλα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θα αυξήσουμε την παραγωγή ανάλογα με τη ζήτηση.
  • Τα έξοδα διαμοιράζονται ανάλογα με το εισόδημα των μετόχων.
  • Ο δάσκαλος βαθμολογεί τους μαθητές ανάλογα με τις επιδόσεις τους.
  • Η δόση του φαρμάκου προσαρμόζεται ανάλογα με το βάρος του ασθενούς.
  • Οι προσκλήσεις στέλνονται ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο στην αίθουσα.