αμφισημία

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση ή ιδιότητα λόγου, λέξης, φράσης ή κειμένου που επιτρέπει δύο ή περισσότερες διαφορετικές ερμηνείες ή σημασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αμφισημία στη φράση «είδε τη γυναίκα με το κιάλι» οφείλεται στην ασάφεια της σύνταξης.
  • Η αμφισημία του νόμου επέτρεψε στους δικηγόρους να προβάλλουν αντίθετες ερμηνείες.
  • Ο ποιητής χρησιμοποιεί σκόπιμα την αμφισημία για να δώσει πολλαπλά επίπεδα νοήματος στο ποίημα.
  • Στη φιλοσοφία, η αμφισημία των βασικών εννοιών συχνά οδηγεί σε μακρές θεωρητικές συζητήσεις.
  • Η αμφισημία της απάντησής της δημιούργησε παρερμηνείες ανάμεσα στους συνεργάτες.