ακίνητο

ουσιαστικό

Περιουσιακό στοιχείο που δεν μετακινείται, όπως γήινη έκταση ή κτίριο, το οποίο αποτελεί αντικείμενο ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ακίνητο που αγοράσαμε χρειάζεται επισκευές.
  • Πού βρίσκεται το ακίνητο στην πόλη;
  • Το αυτοκίνητο σταμάτησε και έμεινε ακίνητο στη μέση του δρόμου.
  • Ο φόρος στο ακίνητο υπολογίζεται κάθε χρόνο.
  • Το μωρό έμεινε ακίνητο όταν άκουσε τον δυνατό θόρυβο.