ακάλυπτος

επίθετο

1. Που δεν καλύπτεται από κάλυμμα, στέγη ή προστατευτικό στρώμα.

2. Που είναι εκτεθειμένος και στερείται προστασίας ή ασφάλειας απέναντι σε κίνδυνο, βλάβη ή παραβίαση.

3. Που δεν διαθέτει επαρκή οικονομική ή ασφαλιστική κάλυψη ή εγγύηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το αυτοκίνητο έμεινε ακάλυπτο στη βροχή.
  • Ο εργάτης ήταν ακάλυπτος χωρίς κράνος και προστασία.
  • Η ζημιά δεν καλύφθηκε από την ασφάλεια και ο ιδιοκτήτης έμεινε ακάλυπτος οικονομικά.
  • Ο πολιτικός έμεινε ακάλυπτος μετά τις αποκαλύψεις.
  • Η βάρκα έμεινε ακάλυπτη στο λιμάνι χωρίς κάλυμμα.