αινιγματικός
επίθετο1. Που είναι δύσκολο να ερμηνευτεί ή να κατανοηθεί λόγω ασαφούς, περίπλοκης ή ανεξήγητης φύσης.
2. Που προκαλεί περιέργεια ή απορία επειδή δεν αποκαλύπτει τα κίνητρα, τις προθέσεις ή την ουσία του, αφήνοντας υπονοούμενα ή σκόπιμη αοριστία.
Συνώνυμα
μυστηριώδης μυστήριος κρυπτικός αινιγματώδης ακατανόητος ασάφης δυσνόητος σκοτεινός παράξενος απρόβλεπτος μυστικοπαθής απόκρυφος περίεργος άδηλος πολύπλοκος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αινιγματικός άντρας καθόταν στη γωνία χωρίς να μιλά.
- Το αινιγματικό χαμόγελο της έμεινε χαραγμένο στη μνήμη μου.
- Η αινιγματική απάντηση του προέδρου προκάλεσε περισσότερες ερωτήσεις.
- Τα αινιγματικά ίχνη στο δάσος ανησύχησαν τους χωρικούς.
- Οι αινιγματικοί στίχοι του ποιήματος αφήνουν πολλή ερμηνεία.