αθόρυβος
επίθετο1. Που παράγει λίγο ή καθόλου ήχο και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτός ακουστικά.
2. Που λειτουργεί ή κινείται χωρίς να προκαλεί θόρυβο (για μηχανές, συσκευές, οχήματα).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
θορυβώδης εκκωφαντικός δυνατός επιδεικτικός ηχηρός βροντερός φωναχτός θορυβικός αντηχητικός οχληρός φωνακλάς κραυγαλέος
Παραδείγματα χρήσης
- Το κινητό είναι αθόρυβο κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
- Η μηχανή του αυτοκινήτου έγινε αθόρυβη μετά την επιδιόρθωση.
- Το ρολόι στον τοίχο είναι αθόρυβο και δεν ενοχλεί τον ύπνο.
- Οι ανεμιστήρες του υπολογιστή είναι αθόρυβοι ακόμα κι όταν δουλεύει σκληρά.
- Ήταν μια αθόρυβη αλλαγή στη νομοθεσία που πέρασε χωρίς συζήτηση.
- Ο γείτονας είναι αθόρυβος· σπάνια μιλάει σε συγκεντρώσεις.