αδημονώ
ρήμα1. Νιώθω έντονη προσδοκία και εσωτερική αναστάτωση για κάτι που πρόκειται να συμβεί ή για την εκπλήρωσή του, με αίσθημα ανησυχίας και δυσκολία στην αναμονή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ αδημονώ να σε δω αύριο.
- Πραγματικά αδημονώ για τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
- Όλη νύχτα αδημονώ μήπως κάτι κακό έχει συμβεί στο παιδί.
- Σε ουρές και καθυστερήσεις αδημονώ και χάνω την υπομονή μου.
- Στις πρόβες για την πρώτη παράσταση αδημονώ να ανέβει το έργο στη σκηνή.