αγοράστρια
ουσιαστικό1. Πρόσωπο θηλυκού γένους που προβαίνει στην αγορά αγαθών ή υπηρεσιών για ιδιωτική ή επαγγελματική χρήση.
Συνώνυμα
αγοραστής πελάτης ψωνίστρια επενδύτης πελάτισσα καταναλώτρια καταναλωτής ψωνάρα πλειοδότης συναλλασσόμενη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αγοράστρια επέλεξε ένα κόκκινο φόρεμα και το δοκίμασε στο δοκιμαστήριο.
- Η αγοράστρια υπέγραψε το συμβόλαιο αγοραπωλησίας για το διαμέρισμα χθες.
- Στον πλειστηριασμό, η αγοράστρια προσέφερε το μεγαλύτερο ποσό.
- Ως αγοράστρια, η εταιρεία ζήτησε λεπτομερή τεχνικά χαρακτηριστικά πριν από την παραγγελία.
- Η αγοράστρια ευχαρίστησε την πωλήτρια για την προσεκτική εξυπηρέτηση.