αβίαστος

επίθετο

1. Που εκδηλώνεται χωρίς εξαναγκασμό ή επιτήδευση, προερχόμενο από φυσική και άμεση ανταπόκριση συναισθημάτων ή πράξεων.

2. Που πραγματοποιείται με ελάχιστη ή καθόλου προσπάθεια, χωρίς να απαιτείται εξαναγκασμός ή τεχνητή πίεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

επιτηδευμένος τεχνητός εξαναγκασμένος εκβιασμένος αναγκαστικός προσποιητός υποχρεωτικός βίαιος στημένος φτιαχτός προκατασκευασμένος προσχεδιασμένος σοβαροφανής κατασκευασμένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κείμενο του ήταν αβίαστος και φυσικός.
  • Η κίνηση των χεριών της ήταν τόσο αβίαστος που έμοιαζε αυθόρμητη.
  • Προτίμησε να μιλήσει με αβίαστος τρόπο, χωρίς να πιέσει κανέναν.
  • Η ατμόσφαιρα στην παρέα ήταν αβίαστος και χαλαρή.
  • Η παρουσίασή του έδωσε την εντύπωση ότι όλα έγιναν με αβίαστος ρυθμό.