αίτιο
ουσιαστικό1. Κάτι που προκαλεί ή οδηγεί στην εμφάνιση, την αλλαγή ή το αποτέλεσμα ενός γεγονότος ή φαινομένου.
2. Οι λόγοι ή οι περιστάσεις που εξηγούν ή δικαιολογούν μια πράξη, απόφαση ή κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αίτιο της λοίμωξης εντοπίστηκε στο μολυσμένο νερό.
- Το αίτιο της καθυστέρησης ήταν η βλάβη στο τρένο.
- Το αίτιο του περιστατικού παραμένει άγνωστο.
- Η έρευνα έδειξε ότι το αίτιο της ζημιάς ήταν η αμέλεια.
- Πριν βρούμε το αίτιο, δεν μπορούμε να προτείνουμε αποτελεσματικές λύσεις.