έρως
ουσιαστικό1. Έντονο, παθιασμένο συναίσθημα ερωτικής έλξης και πόθου προς άλλο πρόσωπο, που περιλαμβάνει συναισθηματική αφοσίωση, επιθυμία για εγγύτητα και συχνά σωματική έλξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο έρως με ώθησε να γράψω αυτό το ποίημα.
- Στην αρχαία γραμματεία ο έρως παρουσιάζεται συχνά ως θεϊκή δύναμη.
- Ο έρως των ιδεών τον οδηγούσε στην αναζήτηση της αλήθειας.
- Ο έρως μπορεί να εμπνέει δημιουργία αλλά και να προκαλεί πόνο.
- Ήταν φανερό ότι ο έρως του είχε αλλάξει το βλέμμα.