έρημος

ουσιαστικό

Μεγάλη έκταση ξηράς, συχνά αμμώδης ή πετρώδης, με πολύ περιορισμένη βλάστηση και διαθέσιμο νερό, όπου οι κλιματικές και εδαφικές συνθήκες καθιστούν δύσκολη τη διαβίωση οργανισμών.

Συνώνυμα

ερημότοπος ερημοτόπιο ερημία ερημικός ερημωμένος ερημιά αμμοθάλασσα άδειος στέπα ερημονήσι ακαλλιέργητος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έρημος εκτείνεται ανάμεσα σε αμμόλοφους και βράχους.
  • Η πλατεία ήταν έρημη το βράδυ.
  • Το χωριό έμοιαζε έρημο μετά την καταιγίδα.
  • Ο γείτονας έμεινε έρημος όταν όλοι οι υπόλοιποι έφυγαν.
  • Με το κλείσιμο του εργοστασίου, οι δρόμοι έγιναν έρημοι.