άψογα

επίρρημα

1. Με τρόπο χωρίς σφάλματα ή ελαττώματα, με απόλυτη τελειότητα στην εκτέλεση, παρουσίαση ή κατάσταση.

2. Με τέτοια ακρίβεια, τάξη και συνέπεια που δεν επιδέχεται παρατηρήσεων ή διορθώσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

άσχημα λάθος κακώς χάλια ανεπαρκώς ελλιπώς λανθασμένα ατελώς προβληματικά ακατάλληλα αναποτελεσματικά μετρίως μερικώς

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παρουσίασή του έγινε άψογα.
  • Τα ρούχα βγήκαν άψογα από το πλυντήριο.
  • Συμπεριφέρθηκαν άψογα προς τους καλεσμένους.
  • Το μηχάνημα λειτουργεί άψογα μετά την επισκευή.
  • Εξήγησες το θέμα άψογα, όλοι σε κατάλαβαν.